Κρητική μουσική

102Η μουσική όπως όλοι πρέπει να γνωρίζουμε είναι μια, γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να μιμηθεί τα στοιχεία της φύσης όπως επίσης και την ανάγκη του ανθρώπου να εξωτερικεύσει τα συναισθήματα του ανάλογα με τον τρόπο ζωής του και σκέψης του έτσι λοιπόν δίκαια μπορούμε να πούμε ότι η μουσική είναι η μοναδική γλώσσα που ενώνει όλους τους λαούς.
Ποιος όμως είναι ο τρόπος έκφρασης στην Κρήτη και πόσο βαθιά έχει τις ρίζες του πίσω στο χρόνο.
Η Κρητική μουσική, όπως δημιουργήθηκε στα προϊστορικά χρόνια κι όπως διατηρήθηκε ή εξελίχθηκε ως τα σήμερα είναι η αρχαιοπρεπέστερη και γνησιότερη ελληνική και ευρωπαϊκή μουσική. Για αυτή μιλούν ο Πλάτωνας στους “Νόμους” και στον “Μίνωα”, ο “Ευριπίδης” στους “Κρήτες”, ο “Σοφοκλής” στον “Δαίδαλο”, ο Ηρόδοτος στην “Ιστορία” του, ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος, ο Διόδωρος Σικελιώτης, ο Στράβων και άλλοι, που όλοι τους θαυμάζουν τον προελληνικό Μινωικό πολιτισμό. Αποδείξεις μπορεί να βρει κανείς στα μουσικοχορευτικά στοιχεία που διασώθηκαν απ’ ευθείας ή πλάγια ανάμεσα στους αιώνες και στις περιπέτειες του νησιού και στη σύγχρονη ασματική και χορευτική πραγματικότητα.
Ο γεωγράφος Στράβων στις γεωγραφικές του διηγήσεις μιλάει για μεγάλη μουσική και “ορχηστρική” ακμή στην πανάρχαια Κρήτη που αντικατοπτρίζεται στους περίφημους Κρητικούς νόμους της μουσικής, της ποίησης και της όρχησης. Σχεδόν όλοι οι ιστοριολόγοι συμφωνούν λίγο έως πολύ πως ο Πυρρίχιος, ο Ταύρος, ο Ορσίτης, ο Επικρήδιος, ο Γέρανος κι όλοι οι πανάρχαιοι ιεροί και κοσμικοί χοροί είναι κρητικοί ή κρητικής καταγωγής που με την κατοπινή (Αρχαϊκή στα 1500 π.Χ., Δωρική στα 1000 π.Χ., Ρωμαϊκή στα 60 π.Χ. και Βυζαντινή στα 400 μ.Χ. περίπου) κατάκτηση του νησιού διασκορπιστήκανε και έγιναν τοπικοί χοροί με τους ανάλογους σκοπούς. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα αναφέρει πως η κόρη του Μίνωα Αριάδνη διδάχτηκε το χορό γέρανο με την ανάλογη μουσική υπόκρουση από τον πολυτεχνίτη και σοφό Δαίδαλο.
Ο Σοφοκλής στον “Αίαντα” αναφέρει περί “Κνωσσίων Ορχήσεως”, μεγάλης θεαματικότητας και διάδοσης. Ο μεγάλος μουσουργός Θαλήτας 7ος π.Χ. νίκησε σε μουσικοχορευτικούς αγώνες στα Κάρνεια της Σπάρτης με τη θεία τέχνη της λύρας και του χορού που κατείχε από παράδοση. Η ιστορική παράδοση λέει πως πρώτος συνθέτης ερωτικών ωδών υπήρξε ο κρητικός μυθικός κιθαριστής Αμήτωρ που από τότε οι κιθαριστές ελέγοντο “Αμητορίδες”. Ένας από τους αρχαιοελληνικούς ρυθμούς ο “παίον” που λέγεται και “Κρητικός”, συναντάται ακόμα και σήμερα στα “ριζίτικα” τραγούδια μεταφέρθηκε στη Σπάρτη από τον Θαλήτα και ήταν δημιούργημα των Ετεοκρητών και Κορυβάντων σαν υποχρηματική στην πυρρίχιο μελωδία του Παιάνος Απόλλωνα.
Ένα από τα σύνθετα αρχαιοελληνικά μέτρα ο διτροχαίος λέγεται κατά παράδοση “Κρητικός”.
Γενικά όπου στους αρχαιότερους ή νεότερους χρόνους γίνεται λόγος για μουσική και χορό η Κρήτη φέρεται να έχει προσφέρει πάρα πολλά.
Ας δούμε τώρα τη διάδοση και την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής στους κατοπινούς αιώνες και τόπους.
Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός που εκληρονόμησε κι ακολούθησε τον εκλεκτό Μεσογειακό πολιτισμό της Μινωικής Κρήτης και γίνηκε η βάση του κατοπινού μεγαλείου της κλασικής αρχαιότητας, εκτός όλων των άλλων, χρησιμοποίησε και τα μουσικά της στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά μεταφέρθηκαν όπου διαδόθηκε ο Ελληνισμός, τροποποιήθηκαν και έγιναν με τον καιρό τοπική μουσική σε θρησκευτικούς και κοσμικούς ύμνους και σε μουσικούς και χορευτικούς νόμους (που τους έλεγαν μάλιστα τιμητικά κρητικούς).
Έτσι, με κρητικές επιρροές δημιουργήθηκαν σιγά σιγά όλα τα ποικιλώνυμα μουσικά μοτίβα.
Οι μουσικοί τρόποι (λύδιος, μιξολύδιος, φρύγιος, δώριος κ.λ.π.) που ελάμπρυναν την κλασική και βυζαντινή υμνολογία και οι σημερινές ευρωπαϊκές νότες με το πεντάγραμμο είναι αναμφισβήτητα εξέλιξη των επτά αλφαβητικών φθογγόσημων της αρχαιοελληνικής μουσικής όπως παρελήφθησαν από τους Λάτινους μεταφραστές, δηλαδή A, B, C, D, E, F,G, κι όπως από τον 10 αιώνα μ.Χ. τροποποιήθηκαν από τους Ευρωπαίους μουσουργούς Ουβάλντο και ντ’ Αρέστο. Έτσι, η κρητική μουσική, όπως διατηρείται σήμερα στην Κρήτη αλλά κι όπως εξελίχθηκε δια μέσω των χρόνων και τόπων, είναι η αρχαιότερη μουσική, που αφού γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στο παρελθόν γίνηκε κατόπιν εξελιγμένη και τελειοποιημένη Κρητική, Ελληνική, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και τέλος Ευρωπαϊκή μουσική.
Επιπλέον, οι σκοποί που συνοδεύουν τον πόνο ή τον χορό μας στα ριζίτικα ή στα δημώδη τραγούδια ή στους συρτούς πεντοζάληδες για παράδειγμα, είναι το απλό μα και φαντασμαγορικό αποτέλεσμα της ατέρμονης κοσμογονικής μας παράδοσης. Ο δώριος, ο λύδιος και οι άλλοι τρόποι που ξεχωρίζουν στις σημερινές μας μελωδίες είναι απόδειξη αρκετή για αυτά που αναφέραμε πιο πάνω.
Μια σχετικά εκτεταμένη επιστημονική έρευνα, αναμφισβήτητα θα φέρει σε φως κι όλα τα άλλα υπάρχοντα στοιχεία και θα βοηθήσει να ερμηνευτούν και να αρθούν πολλές πλάνες σχετικά με την Κρητική μουσική.
Η μουσική, το τραγούδι, ο χορός, η μακρά παράδοση της μαντινάδας της γνήσιας αυτής ποιητικής φλέβας η οποία εκφράζεται με την συμπόνια την καλοσύνη την έξαρση και ζητά να πάρει θάρρος από την φιλία και την αφοσίωση και η ευρύτατη χρήση της στην καθημερινή ζωή την έχουν καταστήσει ως ένα από τα σημαντικότερα μέσα καλλιτεχνικής έκφρασης των απλών ανθρώπων του νησιού οι οποίοι και στην καθημερινή ομιλία τους αυτοσχεδιάζουν με θαυμαστή ευχέρεια δίστιχα για να εξυπηρετήσουν κάποια συγκεκριμένη ανάγκη τους.
Στις μέρες μας οι φυσικές ιστορικές και ευρύτερα κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει. Ο κόσμος αλλάζει μα ο άνθρωπος όπου γης εξακολουθεί να έχει τα ίδια προβλήματα επιθυμίες, χαρές, λύπες και αγωνίες. Τις χαρές τον πόνο τον έρωτα τραγουδά η Κρήτη με την παράδοση της, βαθιά ανθρώπινη σε ένα κόσμο που ψάχνει να βρει τον άνθρωπο. Τα νέα παιδιά εξακολουθούν και σήμερα να χορεύουν τους χορούς της Κρήτης, να τραγουδούν τις μαντινάδες της να δημιουργούν να μαθαίνουν τα μουσικά όργανα γεγονός που οφείλεται κυρίως στη δύναμη της ψυχής το μεράκι και την ιδιοσυγκρασία των Κρητικών όπου κι αν βρίσκονται. Αυτόν τον εκφραστικό πλούτο της κρητικής παράδοσης και ομιλίας που κυματίζει με την άνεση του στίχου του Ερωτόκριτου και της Ερωφίλης που ζωγραφίζει στον αέρα τα αγριμάκια και παιχνιδίζει με την αστείρευτη πηγή της μαντινάδας την εμιλιά της Κρήτης τη φωνή της κρητικής ψυχής μια φωνή που μέσα από αυτή μιλούν οι χιλιάδες των χιλιάδων προγόνων μας όπως θα έλεγε και ο Καζαντζάκης εμείς έχουμε χρέος σε αυτή τη μεταβατική εποχή που όλα σχεδόν χάνονται με γρήγορους ρυθμούς να τα κρατήσουμε για τους νεότερους.
Να τα διαφυλάξουμε όχι ως μουσειακό ούτε ως φολκλορικό είδος αλλά ζωντανά όπως επί αιώνες παραμείναν και εξακολουθούν να παραμένουν σήμερα στην Κρήτη.
Αποτελεί αυτό μια ανάγκη για τα παιδιά μας και εμάς τους ίδιους. Για να μη χαθούμε στα αλλοτριωτικά ρεύματα του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου ηλεκτρονικού κόσμου και του χαοτικού διαδυκτίου. Αποτελεί όμως και ανάγκη και για τους επισκέπτες του νησιού που θέλουν πράγματι να γνωρίζουν την Κρήτη τις ομορφιές της τις ιδιοτερότητες της την καθημερινή ζωή την παράδοση της και τον πολιτισμό της γενικά.
Είναι η άλλη διάσταση της τουριστικής ανάπτυξης της Κρήτης που πρέπει επιτέλους να δούμε, η ουσιαστική επαφή των ξένων με τον πολιτισμό μας ώστε να γίνουν γνήσιοι πρεσβευτές του πολισμού μας στο εξωτερικό.